Map


Προβολή Naxos hotel Adonis σε χάρτη μεγαλύτερου μεγέθους
  • English (United Kingdom)
  • Italian - Italy
  • Deutsch (DE-CH-AT)
  • Español(Spanish Formal International)
  • Russian (CIS)
  • French (Fr)
  • Greek
Archaeology

Η Νάξος, το μεγαλύτερο και πιο εύφορο νησί των Κυκλάδων, κατέχει κεντρική θέση στο Αιγαίο. Οφείλει το όνομα της στον Νάξο, επικεφαλής των Καρών από τη Λάτμο της Μικράς Ασίας, οι οποίοι, όπως πίστευαν οι αρχαίοι, ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του νησιού. Ορισμένοι μύθοι, ωστόσο, μαρτυρούν ως τέτοιους τους Θράκες.

Ηπαλαιότερη ανθρώπινη παρουσία στο νησί τοποθετείται στη Νεώτερη Νεολιθική περίοδο (4300 – 3200 π.Χ.), όπως αποδεικνύουν ο εκτεταμένος οικισμός στον Κοκκινόβραχο της Γρόττας, τα νεολιθικά στρώματα στο σπήλαιο του Ζα, καθώς και τα ευρήματα από άλλες θέσεις όπως τα παλάτια («Πορτάρα»), το Σαγκρί, η Μουτσούνα και ο Κανάκης.

Κατά την Πρωτοκυκλαδική περίοδο (3200 – 2000 π.Χ.) ο πληθυσμός αυξάνεται άπως φανερώνει ο πολλαπλασιασμός των αρχαιολογικών θέσεων σε όλη την έκταση του νησιού, με προτίμηση στην ανατολική και νότια ακτή, από όπου οι «Μικρές Κυκλάδες» (Επάνω και Κάτω Κουφονήσι, Κέρος, Σχοινούσα, Ηρακλειά) προσφέρονται για επέκταση, λειτουργώντας παράλληλα ως δίαυλοι επικοινωνίας με το ανατολικό και νότιο Αιγαίο.

Οι γνώσεις μας για τη μακρά αυτή περίοδο προέρχονται κυρίως από νεκροταφεία, τα περισσότερα συλημένα ή ανασκαμμένα στις αρχές του 20ου αιώνα. Δυστυχώς, εώς σήμερα δεν έχουν εντοπιστεί οι περισσότεροι από τους οικισμούς στους οποίους αντιστοιχούν τα νεκροταφεία αυτά, ενώ από τους εντοπισμένους πικισμούς λίγοι έχουν ανασκαφεί ή ερευνηθεί συστηματικά, με αποτέλεσμα να μην διαθέτουμε ολοκληρωμένη εικόνα της οικιστικής και αρχιτεκτονικής εξέλιξής τους.

Από τα ευρήματα πιστοποιείται ο πλούτος και η πρόοδος που συντελείται σε όλους τους τομείς, κυρίως κατά την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ (2700 – 2300 π.Χ.), οπότε το μεγαλονήσι των Κυκλάδων εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά και πολιτιστικά κέντρα της εποχής. Πλήθος κοσμημάτων, εργαλείων, αγγείων, σκευών και άλλων αντικειμένων και έργων τέχνης από διάφορα υλικά (πηλό, λίθο, μέταλλα) ταξιδεύουν σε πολλές περιοχές εντός και εκτός Κυκλάδων. Κυρίαρχη θέση ανάμεσά τους κατέχουν τα μαρμάρινα ειδώλια, που η άνθησή τους συμπίπτει με την Πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο. Την ίδια εποχή αναπτύσσεται, με σαφή πολεοδομικό σχεδιασμό, ο οικισμός της Γρόττας. Τότε έχουμε και τις πρώτες ενδείξεις για την ίδρυση ιερών: από κτήριο που αποκαλύφθυκε στην «Κορυφή τ` Αρωνιού» προέρχονται ορθογώνιες πλάκες μαγικού – θρησκευτικού χαρακτήρα, με επίκρουστες παραστάσεις ανθρώπων, ζώων και πλοίων.

Στην τελευταία φάση της Πρωτοκυκλαδικής περιόδου (ΠΚ ΙΙΙ: 2300 – 2000 π.Χ.) χρονολογείται η οχυρή ακρόπολη στον Πάνορμο (Κορφάρι των Αμυγδαλιών), ενώ θεωρείται οτι τότε τειχίστηκαν και οι οικισμοί στον Σπεδό και στο Καστράκι. Η ύπαρξη οχυρώσεων μαρτυρά ταραγμένες συνθήκες κατά την τελευταία φάση της Πρωτοκυκλαδικής εποχής, που προφανώς επιβάλλουν την ανάγκη άμυνας.

Οι ανακατατάξεις που συντελούνται τότε σε όλο το Αιγαίο δεν αφήνουν ανεπηρέαστη τη Νάξο, οι περισσότεροι οικισμοί της οποίας εγκαταλείπονται. Υλικό της επόμενης, Μεσοκυκλαδικής περιόδου (2000 – 1550 π.Χ.), προέρχεται από πολύ λίγες θέσεις, όπως η Μικρή Βίγλα, η Ριζοκαστελλιά, το Κάστρο και η Γρόττα. Δεν αποκλείεται, πάντως η εικόνα αυτή να οφείλεται στα κενά της έρευνας.

Στην Υστεροκυκλαδική περίοδο και κυρίως κατά τον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ, κατοικούνται, έστω περιστασιακά, ορισμένες παλαιότερες θέσεις, (Ριζοκαστελλιά, Μικρή Βίγλα, σπήλαιο του Ζα), ή ιδρύονται νέες εγκαταστάσεις (από τη Χωστή εως τον Καλαντό). Κύριο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η συγκέντρωση του πληθυσμού στη ΒΔ παραλίατου νησιού, στη Γρόττα, η οποία εξελίσσεται στο μοναδικό ίσως κέντρο του νησιού. Η μετατόπιση αυτή του κέντρου βάρους οφείλεται μάλλον στη γεωγραφική θέση της Γρόττας, που την καθιστά σταθμό επικοινωνίας των μυκηναϊκών κέντρων της ηπειρωτικής Ελλάδας με την Ανατολή. Στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ, μετά την καταστροφή της πόλης από σεισμό ή άλλη αιτία, μια νέα πόλη επάνω στην παλαιά έχει διαφορετικό προσανατολισμό και επεκτείνεται νότια και ανατολικά. Η μυκηναϊκή ακρόπολη μετατοπίζεται στο Κάστρο και η κάτω πόλη καταλαμβάνει την παράκτια περιοχή, η οποία μετά το 1200 περίπου π.Χ. τειχίζεται. Οι χωροταξικές αλλαγές σχετίζονται με τις γενικότερες μεταβολές που σημειώνονται και πάλι στην περιοχή του Αιγαίου και με τις νέες συνθήκες που δημιουργούνται με την κατάρρευση των μυκηναϊκών ανακτορικών κέντρων. Τα ευρήματα από τον οικισμό της Γρόττας και τα νεκτοταφεία του, στα Απλώματα και στα Καμίνια, υποδεικνύουν εύπορη κοινωνία, με χαρακτήρα λιγότερο μυκηναϊκό σε σχέση με το παρελθόν, που ενσωματώνει στοιχείακαι χαρακτηριστικά από την Αττική, την Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο. 

Στους Πρωτογεωμετρικούς και Γεωμετρικούς χρόνους (1050 – 700 π.Χ.) το «άστυ» της Νάξου καταλαμβάνει τη θέση της σημερινής πόλης. Η θέση του οικισμού της Γρόττας χρησιμοποιείται ως χώρος ταφής, παράλληλα με τα άλλα νεκροταφεία που αναπτύσσονται στις παρυφές του άστεως (Πλίνθος, Απλώματα, Νότιο Νεκροταφείο). Ταφικοί περίβολοι για τα διάφορα γένη στη Γρόττα στη διάρκεια του 9ου αιώνα π.Χ. παρέχουν ενδείξεις για την από δοση τιμών σε προγόνους ως ιδρυτών – ηρώων. Προς τα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ. τύμβος καλύπτει τέτοιους περιβόλους πλάι στα κατάλοιπα του μυκηναϊκού τείχους.

Ο γεωργοκτηνοτροφικός πληθυσμός του νησιού ζει διεσπαρμένος σε μικρότερες εγκαταστάσεις στη ναξιακή ύπαιθρο («Χώρα»), όπως αντανακλάται από τα ευρήματα της εκτεταμένης νεκρόπολης του Τσικαλαριού με τους τύμβους και τα «απλούστερα», εγχάρακτα αγγεία, σε σύγκριση με την κεραμεική του «άστεως». Η διαφορά επιπέδου μεταξύ «άστεως» και «χώρας» υποδηλώνει κοινωνική πολυμορφία. Έχει υποστηριχθεί ότι ο αποικισμός της Νάξου της Σικελίας, το 734 π.Χ. μαζί με τους Χαλκιδείς, και της Αρκεσίνης στη γειτονική Αμοργό λίγο αργότερα, ενδεχομένως να λειτούργησαν ως μέσα εκτόνωσης κοινωνικών εντάσεων. Τέοιες επιχειρήσειςμαρτυρούν ταυτοχρόνως μία γενικότερη ευημερία ήδη από τον 8ο αιώνα π.Χ.

Η Νάξος γνωρίζει μεγάλη ακμή στη διάρκεια της αρχαϊκής περιόδου (7ος έως και αρχές 5ου αιώνα π.Χ.). Το νησί πρωτοστατεί στην πλαστική και την αρχιτεκτονική: οι δύο Κούροι των Μελάνων και της Ποταμιάς, καθώς και ο «Απόλλων» ή «Διόνυσος» στον Απόλλωνα, όλοι τους ημίεργα αγάλματα που σώζονται στις θέσεις που αφέθηκαν κατά την αρχαιότητα, σε χώρους αρχαίων λατομείων, αποτελούν ιδιαίτερα τεκμήρια της εποχής. Υπαίθριο ιερό στο Φλεριό, ίσως των Νυμφών, με ισχυρό περίβολο, θεμέλια ορθογώνιου ναϊσκου και κατάλοιπα ανδήρων για την τοποθέτηση αναθημάτων, σχετίζεται με την λειτουργία των αρχαίων λατομείων μαρμάρου της περιοχής.

Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτοι οι Νάξιοι τεχνίτες κατασκεύασαν οικοδομήματα εξολοκλήρου από μάρμαρο. Επίσης, στη Νάξο γεννήθηκε η μαρμάρινηιωνική αρχιτεκτονοκή: στο ιερό του Διονύσου στα Ύρια τέσσερις διαδοχικοί ναοί (800 – 550 π.Χ.) τεκμηριώνουν τη μετάβαση από τον απλό μονόχωρο οίκο σε πιο εκλεπτυσμένες μαρμάρινες μορφές. Στο τελευταίο μνημειώδη ναό, κατάλοιπα τουοποίου αντικρίζει σήμερα ο επισκέπτης, το μάρμαρο υπογραμμίζει τα κρίσιμα σημεία του οικοδομήματος (πρόσοψη, κίονες κλπ) και σε αυτό σκαλίζονται πειραματικά και διαπλάθονται οι πρώιμεςμορφές του ιωνικού κίονα και γενικά του ιωνικού πρόστυλου ναού. Στον Γύρουλα, κοντά στο Σαγκρί, ένα ολόμαυρο οικοδόμημα, που ανεγέρθηκε ως χώρος λατρείας της Δήμητρας και του Απόλλωνα επί τυραννίας Λύγδαμι περί το 525 π.Χ, δείχνει οτι οι Νάξιοι είχαν ήδη εφαρμόσει στοιχεία που αργότερα υιοθετήθηκαν στην κλασική αττική αρχιτεκτονική: τα μεγάλα θυρώματα, τις οπτικές εκλεπτύνσεις, τη δίκλινη στέγη – οροφή. Το γνωστότερο μνημείο, «σήμα κατατεθέν» του νησιού, η «Πορτάρα» όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται λόγω της τεράστειας πύλης του σηκού του που στέκεται ακόμη όρθια, είναι ο μαρμάρινος ναός του Απόλλωνος Δηλίου στη νησίδα του Βάκχου (Παλάτια). Και αυτός ο ναός κατασκευάστηκε στα χρόνια της τυραννίας, γύρω στα 530 π.Χ.

Στα ίδια χρόνια ή λίγο αργότερα ένα τεχνικό έργο μεγάλης κλίμακας, αποτελεί τεκμήριο για την ευρύτερη μελέτη των αρχαίων τεχνικών έργων στις Κυκλάδες. Πρόκειται για το υδραγωγείο, μια γραμμική κατασκευή συνολικού μήκους 11 χιλιομέτρων, που ξεκινά από την περιοχή των Κούρων των Μελάνων, ακολουθεί τις πλαγιές των ορεινών όγκων της περιοχής, περνά από τους οικισμούς του Αγίου Θαλελαίου και των Αγγιδιών και διασχίζει τον κάμπο της Κατσάγρας για να καταλήξει στη Χώρα Νάξου. Κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους, πάνω στην ίδια χάραξη, διανοίχτηκε επιφανειακή αύλακα δομημένη με ασβεστόλιθους και ασβεστοκονίαμα.

Από τους περσικούς πολέμους και εξής η Νάξος αρχίζει να σημειώνει φθίνουσα πορεία και τούτο αντικατοπτρίζεται στην τέχνη της. Η λαμπρή αρχαϊκή ιδιομορφία έχει εκλείψει, ενώ επίσημα οικοδομήματα δεν ανεγείρονται. Εντούτοις, η κατασκευή μεμονωμένων έργων, όπως μια μαρμάρινη κόρη του 5ου αιώνα π.Χ. ή η ίδρυση πύργων, τον όψιμο 4ο αιώνα και τον 3ο αιώνα π.Χ, σε καίρια σημεία του νησιού (χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Πύργος του Χειμάρρου), φανερώνουν οτι οι πόροι και η δημιουργική πνοή των Ναξίων δεν έχουν χαθεί ολοσχερώς. Πράγματι, ανάκαμψη σημειώνεται γύρω στα 315 π.Χ. με την ένταξη του νησιού στο Κοινόν των Νησιωτών. Τότε το κέντρο της Νάξου μεταφέρεται ξανά προς την παραλία της Γρόττας. Η αγορά της πόλης έχει επισημανθεί στην περιοχή της Μητρόπολης. Με την πάροδο των χρόνων η σημασία του νησιού υποβαθμίζεται. Χρησιμοποιήθηκε μάλιστα από τους Ρωμαίους ως τόπος εξορίας. Ωστόσο, μερικά έργα της περιόδου, όπως επί παραδείγματι το άγαλμα του στρατηγού Αντώνιου ως νέου Διονύσου ή η προτομή του Γαλλιηνού, είναι εξαιρετικά. Η τελευταία αναλαμπή στην αρχάια ναξιακή κοινωνία έρχεται στο τέλος των Ρωμαϊκών χρόνων. Οι οικίες της πόλης απλώνονται σε μεγάλη έκταση και ορισμένες κοσμούνται με θαυμάσιες τοιχογραφίες και ψηφιδωτά.     

 


© 2005 adonis-hotel.com | web design blb.gr